Υπαρξιακά ζητήματα στη θεραπευτική πράξη ενός Ορθόδοξου Ψυχοθεραπευτή: σκέψεις και προβληματισμοί μέσα από την κλινική εμπειρία.

Εισαγωγή Θεωρητική

i) επιχείρημα παρουσίασης

Η ψυχοθεραπευτική διεργασία, μέσα από την προσωπική δυαδική σχέση του θεραπευτή με τον θεραπευόμενο, αγγίζει πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο ψυχοθεραπευτής καλείται πάντοτε, όχι απλώς να διαχειριστεί τη συμπτωματολογία των περιστατικών, αλλά να αναδείξει και να επεξεργαστεί τη συνολικότερη θεώρηση του θεραπευόμενου για το νόημα της ζωής, για τις σχέσεις με τον εαυτό του, τους άλλους και τον κόσμο, για το πεπερασμένο της ύπαρξης. Αυτό είναι και το βασικό επιχείρημα της παρουσίασης, να καταδείξω, πώς η υπαρξιακή διάσταση αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της ψυχοθεραπείας.

Δεν προσπαθώ να υποστηρίξω προφανώς πως οι ψυχοθεραπευτικές συνεδρίες είναι μακρές φιλοσοφικές και θεωρητικές συζητήσεις περί ύπαρξης… Στην ψυχοθεραπεία, ωστόσο, διαπραγματευόμαστε έννοιες, όπως, η χαρά, η έλλειψη νοήματος στη ζωή, οι αναμνήσεις και οι εγγραφές από το παρελθόν, ο θάνατος, η μοναξιά, η απόγνωση, η ελευθερία, η φθορά, η αρρώστεια. Τέτοιες βαθιές έννοιες είναι εγγενείς στη ζωή κάθε συνειδητού σκεπτόμενου ανθρώπου. Και κάθε ψυχοθεραπευτική προσπάθεια αναπόδραστα έρχεται αντιμέτωπη και οφείλει να διαχειριστεί τέτοια θεμελιακά ζητήματα. Mε άλλα λόγια η ψυχοθεραπεία, μέσα από τις διασπάσεις της καθημερινής ζωής, αναγκαστικά έρχεται να αγγίξει υπαρξιακές πτυχές της ζωής.

 


 

ii) άλλες προσεγγίσεις

Από την παραπάνω αναφορά μας γίνεται σαφές, πως κάθε ψυχοθεραπευτής αναμετράται με τα «δεδομένα» της ύπαρξης. Εναπόκειται, ωστόσο, στον ίδιο να τα αναγνωρίσει και να τα φέρει στην επιφάνεια, να αναζητήσει δηλαδή την πηγή και την αιτία των εσωτερικών συγκρούσεων των ανθρώπων, με τους οποίους δουλεύει θεραπευτικά, να επεξεργαστεί με λίγα λόγια γόνιμα το υπαρξιακό άγχος τους. Η κατεύθυνση αυτή μπορεί να πάρει πολλές και διαφορετικού χαρακτήρα μορφές.

Για παράδειγμα, διακεκριμένοι ψυχοθεραπευτές και συγγραφείς ψυχαναλυτικής κατεύθυνσης εστιάζουν την προσοχή και το ενδιαφέρον τους σε καταπιεσμένες ενστικτώδεις ορμές και εσωτερικευμένες αναπαραστάσεις σημαντικών ενηλίκων της παιδικής ηλικίας ή σε λησμονημένες τραυματικές αναμνήσεις. Άλλοι ειδικοί ψυχικής υγείας, περιγράφουν τη χαρά, την απομόνωση, την απόγνωση… ως μία τεράστια συνάθροιση νευρικών κυττάρων και αντίστοιχων μορίων, που συνδέονται με αυτά, και ως ηλεκτροχημική συμπεριφορά κάποιων νευρώνων.


 

iii) υπαρξιακή προσέγγιση

Η δική μας πρόταση αναφέρεται σε μία διαφορετική και βαθύτερη ψυχοθεραπευτική – διαπροσωπική σχέση ανάμεσα σε θεραπευτή και θεραπευόμενο, που με σεβασμό στη διεργασία της θεραπείας, δε διστάζει να αγγίξει ενδότερες δομές της ύπαρξης. Ο υπαρξιακός ψυχοθεραπευτής θεωρεί, ότι οι εσωτερικές συγκρούσεις του ατόμου αποδίδονται στη γενικότερη αναμέτρηση του με τα δεδομένα της ζωής, αντικρύζει τον όλο άνθρωπο με βαθύ σεβασμό και στέκεται πέρα και πάνω από την όποια παθολογία του. Η εσωτερική σύγκρουση του θεραπευόμενου, που τον καταδυναστεύει και τον οδηγεί στην ψυχοθεραπεία, προέρχεται από την αναμέτρησή του με τα «δεδομένα» της ύπαρξης του, με τις βαθύτερες δομές της ύπαρξης, όπως τη μοναξιά, το νόημα της ζωής, το πεπερασμένο της ύπαρξης, την ελευθερία, την υπέρβαση του εαυτού.

Η υπαρξιακή προσέγγιση αρνείται την ψυχοπαθολογία, ως εξαρτώμενη από την παρουσία ή την απουσία παθολογίας, και το σύμπτωμα, ως στόχο θεραπείας. Εστιάζει στο κατά πόσον ο άνθρωπος μπορεί να επιβιώσει μέσα στα δεδομένα της ύπαρξης και στο πώς αντιμετωπίζει αυτά τα δεδομένα. Ο θεραπευτή αποσκοπεί στη βαθιά κατανόηση του ανθρώπου με τον οποίο δουλεύει και πιστεύει ότι αυτό που οδηγεί ένα άνθρωπο στη θεραπεία είναι η απελπισία, που αισθάνεται μέσα από τα στοιχεία της ύπαρξής του, μια αλλαγή, ένας θάνατος, μια απώλεια, οτιδήποτε τον ταράζει.

Την ίδια στιγμή, μέσα από τη θεραπευτική διεργασία, όπως την περιγράφουμε, ο ψυχοθεραπευτής έρχεται αυτόματα κι αυτός αντιμέτωπος και με τις δικές του υπαρξιακές εγγραφές και αναζητήσεις. Ο υπαρξιακός θεραπευτής στοχεύει να συνδεθεί βαθιά κι αυθεντικά με τους ασθενείς του. Μέσα από μία τέτοια διαδικασία, μοιραία αναμετράται και ο ίδιος με τα δικά του υπαρξιακά σκοτεινά σημεία. Με αυτό τον τρόπο, πάσχοντες και θεραπευτές έρχονται κοντά και οι διακρίσεις μεταξύ τους καταρρίπτονται.

 

Στο σημείο αυτό, ωστόσο, προκύπτει και ένα άλλο ζήτημα. Όταν διαπραγματευόμαστε έσχατες έγνοιες της ύπαρξης, όπως η ζωή και το νόημα της, η ελευθερία, η υπαρξιακή απομόνωση… προφανώς πλησιάζουμε την περιοχή που αποτελεί την ουσία κάθε θρησκευτικής παράδοσης. Η θρησκεία κι η θρησκευτική πίστη και λατρεία ξεπροβάλλει στην ιστορία, ως θεμελιώδης προσπάθεια του ανθρώπινου γένους να καθησυχάσει το άγχος της ύπαρξης. Το υπαρξιακό άγχος είναι πανανθρώπινο, γι αυτό και κάθε θρησκευτική πίστη καθίσταται πανανθρώπινη.

Συχνά στην ψυχοθεραπευτική διεργασία θεραπευτής και θεραπευόμενος έρχονται αντιμέτωποι με το θάνατο, όχι απαραίτητα μόνο με το σωματικό θάνατο. Οριακές εμπειρίες των ανθρώπων και ορόσημα μεταβατικών φάσεων στιγματίζουν κι οδηγούν σε εξερεύνηση βαθύτερων εδαφών. Αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, απώλεια αγαπημένων προσώπων, σωματική αναπηρία, ένας χωρισμός, μία απουσία, μία απογοήτευση … κρύβουν πόνο, πένθος, πολλές φορές κι ευχή θανάτου. Η υπαρξιακή προσέγγιση στην ψυχοθεραπεία πρεσβεύει, πως η ιδέα του θανάτου, η απώλεια και η ίδια η αναμέτρηση με την ύπαρξη μας, ενώ μας συντρίβει και μας καταστρέφει, μπορεί να μας σώσει κιόλας και να μας προχωρήσει σε επόμενα αναπτυξιακά στάδια. Ομοίως και η ορθόδοξη ποιμαντική μέσα από τη λατρεία, την εξομολόγηση και την παρηγορία της, μέσα δηλαδή από την επεξεργασία του θανάτου, της αμαρτίας, της πτώσης, αναδεικνύει με τρόπο λαμπρό και πανηγυρικό τη ζωή.

Παρά δηλαδή του ξεκάθαρα διαφορετικού προορισμού της ψυχοθεραπείας από τον προορισμό της ποιμαντικής της Εκκλησίας, προκύπτει μία συγγένεια της θρησκευτικής ποιμαντικής και παρηγορίας με την υπαρξιακή ψυχοθεραπεία, που εδράζεται σε διάφορες επιμέρους πτυχές  και γιατί μοιράζονται μία κοινή αποστολή: διακονούν την απόγνωση, που είναι εγγενής στην ανθρώπινη ύπαρξη.

Προκύπτουν ωστόσο στο σημείο αυτό δύο θέματα, αφενός πώς η ψυχοθεραπεία αγγίζει ζητήματα υπαρξιακά, και αφετέρου, εάν σε αυτή την διαδικασία θα μπορούσε η Ορθόδοξη πίστη μέσα από τη θεραπευτική της διάσταση να συνδράμει καταλυτικά στον ρόλο του ψυχοθεραπευτή και με ποιόν τρόπο. Το κλινικό περιστατικό, που θα σας παρουσιάσω παρακάτω ελπίζω να φωτίσει έως ένα βαθμό το ζήτημα αυτό.


 

Κλινικό Περιστατικό – Ν ε φ έ λ η

Η Νεφέλη, 16 ετών, προσήλθε στον θεραπευτή μαζί με τη μητέρα της πριν από δύο χρόνια, καθώς παρουσιάζει σημαντικές δυσκολίες στη διάθεσή και τη συμπεριφορά της. Πραγματοποιούνται ψυχοθεραπευτικές συνεδρίες με την έφηβη τους τελευταίους 20 μήνες.

 

1.     κλινική εικόνα Νεφέλης

Η έφηβη αποσύρεται για μεγάλα χρονικά διαστήματα από το κοινωνικό της περιβάλλον και απομονώνεται για πολλές ώρες, συχνά και για ολόκληρες μέρες, στο δωμάτιο της, δίχως να έχει διάθεση να μιλήσει σε κανέναν. Η Νεφέλη ήταν πολύ καλή μαθήτρια, σημαιοφόρος στο Δημοτικό. Από τη Β΄ Γυμνασίου οι σχολικές της επιδόσεις μειώθηκαν θεαματικά, οι απουσίες αυξήθηκαν και η συμπεριφορά της στο σχολείο άλλαξε προς το χειρότερο. Οι καθηγητές της περιγράφουν μία έφηβη μελαγχολική, αποτραβηγμένη στις σκέψεις της, με μειωμένο κίνητρο για σχολικές και κοινωνικές δραστηριότητες. Στο σπίτι δυσκολεύεται να κοιμηθεί, έχει μειωμένη όρεξη για φαγητό, παραπονιέται μονίμως για πονοκεφάλους και στομαχικές διαταραχές… Σταμάτησε τη ζωγραφική και τη μουσική, που από μικρή λάτρευε και σπούδαζε, καθώς και τις δύο ξένες γλώσσες.

Βιώνει συχνά, έντονα και παρατεταμένα συναισθήματα θλίψης, ενοχής, ντροπής κι υπερευαισθησίας στην κριτική (διάθεση). Παρουσιάζει άλλοτε υποτονική διάθεση κι άλλοτε αυξημένη κινητική δραστηριότητα, εξωτερικεύει επιθετική συμπεριφορά στο σπίτι της, κάνει συχνή χρήση αλκοόλ και ναρκωτικών ουσιών, στις σχέσεις της με το άλλο φύλο συμπεριφέρεται με μία υπερσεξουαλικότητα  (συμπεριφορά). Εκφράζει μειωμένη αυτοεκτίμηση και περιγράφει σκέψεις προσωπικής αναξιότητας. Θεωρεί, πως είναι γεννημένη για να αποτύχει, και βασανίζεται από ανησυχίες και φόβους (αντιλήψεις). Επικεντρώνεται σε ενδότερες σκέψεις κι ασκεί έντονη αυτοκριτική. Είναι απαισιόδοξη κι αρνητική, όταν εκφράζει τις απόψεις της, και παραπονιέται, πως δε μπορεί εύκολα να συγκεντρωθεί (σκέψεις). Οι διαταραχές στον ύπνο και το φαγητό είναι μόνιμες την τελευταία διετία, ενώ παραπονιέται και για μόνιμη σωματική κόπωση (βιολογικές αλλαγές).

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, ας δούμε το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει και ζει η Νεφέλη: Η Νεφέλη είναι το μοναδικό παιδί της οικογένειας. Οι γονείς της έχουν μία εξαιρετικά δυσλειτουργική σχέση, με συνεχείς καυγάδες και εντάσεις από την αρχή του γάμου τους. Ο πατέρας διατηρεί με αμείωτο ρυθμό από την περίοδο του αρραβώνα τους πολλαπλές παράλληλες εξωσυζυγικές σχέσεις. Σε περιόδους έντασης φεύγει από το σπίτι και κατοικεί μαζί με την εκάστοτε σχέση του. Συχνά χτυπάει τη γυναίκα του κατά τη διάρκεια του καυγά. Η μητέρα της Νεφέλης προσβάλλει και υποτιμά συνεχώς το σύζυγό της σε εξαιρετικό βαθμό, αναφορικά κυρίως με τον ανδρισμό του. Δείχνει, από τις περιγραφές της έφηβης, να τον προκαλεί συστηματικά να τη χτυπήσει ή να την απατήσει… προκειμένου να έχει μετά την ευχέρεια να τον κατηγορήσει και να τον εκθέσει. Περιγράφει αδιακρίτως σε συγγενείς, φίλους, γείτονες… τις κακοποιήσεις και τις προσβολές, που υφίσταται από τον σύζυγό της, με εξευτελιστικούς χαρακτηρισμούς για εκείνον. Δεν τον χωρίζει, γιατί δεν είναι χριστιανικό να διαλύσει το σπίτι της και κυρίως για το χατίρι της κόρης της. Λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή για διπολική διαταραχή (μανιοκατάθλιψη) την τελευταία δεκαετία.

Το κλίμα στο σπίτι της Νεφέλης είναι αφόρητο ακόμα και για τον θεραπευτή, που ακούει τις περιγραφές, όπως είναι αφόρητη η ευχαρίστηση των γονέων να ανταλλάσσουν πόνο και προσβολές, η πλήρης παραίτηση από τη χαρά και την ευχαρίστηση και η αντικατάσταση του έρωτα με την προδοσία.


 

2.                  Πώς όμως μας αφηγείται η ίδια η Νεφέλη τη ζωή της και τον εαυτό της;

 

2.1.            επιθυμία αυτοκαταστροφής

Δεν μπορώ να συνεχίσω… είμαι κακιά και βρώμικη… έχω κάνει άσχημα πράγματα με πολλά αγόρια από την παρέα. Δε μπορώ να συνεχίσω να προσπαθώ να αλλάξω, να γίνω καλή, φυσιολογική. Όποιον πλησιάζω, τον καταστρέφω, όποιον αγαπώ, τον κάνω να νιώθει άσχημα. Έτσι είμαι εγώ. Δε μπορώ να αλλάξω τώρα, κουράστηκα να ψάχνω τον τρόπο να μην είμαι κακιά, θέλω να περάσω στην απέναντι όχθη. Προκαλώ πόνο κι απογοήτευση… δε βρίσκω λόγο να ζω άλλο… Κανείς δε με χρειάζεται και σε κανέναν δε θα λείψω. Τους κάνω δυστυχισμένους, θέλω να φύγω οριστικά, κουράστηκα. Θα βάλω ένα τέλος στην απόγνωση μου και στη δυστυχία μου. Αυτό έχω: απόγνωση…. Θέλω να μπει ένα τέλος, μία τελεία σε όλα, δίχως όμως να πονέσω. Θέλω να κλείσω τα μάτια και να φύγω, έτσι απλά και γρήγορα.

 

Μήπως η Νεφέλη αποτελεί μία κλασική περίπτωση καταθλιπτικού ατόμου;

Η Νεφέλη είναι θυμωμένη και αναλογίζεται το θάνατο. Περιγράφει συχνά στον θεραπευτή φαντασιωτικές σκέψεις με τους γονείς, τους φίλους, τους συγγενείς της να κλαίνε πάνω από το φέρετρό της, μεταμελημένοι και γεμάτοι ενοχές.

Την έχει αγγίξει βαθιά η αίσθηση της αδικίας, της απελπισίας, της αναξιότητας, της απόγνωσης, κυρίως της ενοχής, κι αναζητά απελπισμένα την εκδίκηση. Την κινητοποιεί πλέον μόνο το μένος της εκδίκησης και επιτίθεται αυτοκαταστροφικά σε εκείνους που την αδίκησαν… «Ποιον θέλεις να σκοτώσεις;» είναι η ερώτηση, όταν περιγράφει αυτοκτονικές σκέψεις.

Η Νεφέλη χάνεται στον κόσμο της επώδυνης ευχαρίστησης. Αυτοπαγιδεύεται και παραμένει στο αδιέξοδο περιθώριο.

Το ερώτημα που τίθεται για την Νεφέλη, που νιώθει δικαιολογημένα οργισμένη, είναι αν πραγματικά επιθυμεί τον θάνατο, που τόσο συχνά αναλογίζεται. Δεν αφορά δηλαδή το εάν τελικώς είναι καταθλιπτική, όπως η ίδια νιώθει για τον εαυτό της ή όπως την καταγράφουν οι άλλοι. Αλλά αν πραγματικά εύχεται να της συμβεί κάτι καταστροφικό, για να συνέλθει.

Αυτό που προκύπτει για έναν υπαρξιακό ψυχοθεραπευτή που έρχεται κοντά στην Νεφέλη είναι, ότι αναλογίζεται τόσο συχνά την καταστροφή της όχι γιατί την επιθυμεί, αλλά γιατί θέλει να τιμωρήσει όσους την αδίκησαν και την πόνεσαν. Πηγαίνοντας ακόμα ένα βήμα πιο πέρα, παρατηρούμε πως πίσω απ όλα αυτά, κρύβεται μια βαθιά πεποίθηση της Νεφέλης: δεν πιστεύει πως μπορεί να αλλάξει. Και αυτό που έρχεται και απαντά η ψυχοθεραπεία είναι πως μπορεί να αλλάξει, μόνο αν έχει προσωπικούς λόγους για να το πετύχει. Όταν δηλαδή ξεφύγει από την καταγγελία των συνθηκών, μέσα στις οποίες μεγάλωσε και που νιώθει ότι την αδικούν. Όταν τελικώς αγαπήσει, όχι συναισθηματικά, αλλά οντολογικά.

Τελικά οι σκέψεις του θανάτου είναι ευθέως ανάλογες με το ποσό της  αβίωτης ζωής της Νεφέλης. Και ίσως η ίδια η ιδέα του θανάτου είναι αυτή που μπορεί να την σώσει και να της χαρίσει νέα ζωή.

 

2.2.            καταχρήσεις- υπερσεξουαλικότητα

Άρχισα να καπνίζω μαριχουάνα από τη Γ΄ Γυμνασίου, κάναμε κοπάνα από το σχολείο κι αράζαμε με τον Λουκά, να φύγουν οι έγνοιες του σπιτιού. Για κάποιους μήνες μύριζα και κόλλα… Μετά άρχισα και τη μεθαμφεταμίνη, κυρίως τα σαββατοκύριακα, μαζί με μπύρα στο δωμάτιο μου. Με κρατούσε για ώρες. Ήμουν στο σπίτι όλη μέρα, δε δούλευαν οι γονείς και ως συνήθως τσακώνονταν από νωρίς το πρωί… Δεν άντεχα να ακούω! Και για να μην τους ακούω έπαιρνα μεθαμφεταμίνη με μπύρα και χόρευα στο δωμάτιο μου κλειδωμένη! Έβγαινα Δευτέρα πρωί.

Το αλκοόλ με βοηθά να ξεχνάω τα προβλήματά μου και να βυθίζομαι στη λήθη, με βοηθάει να μη σκέφτομαι. Κι υπάρχουν πολλά πράγματα που δε θέλω να σκέφτομαι. Νιώθω τύψεις που πίνω, νιώθω ότι με κοιτάζουν και με κατακρίνουν. Δε θέλω να με κοιτάζουν έτσι! Πώς αλλιώς όμως να αντέξω εκεί μέσα με τόσες φωνές και σπασίματα… Χρειάζομαι βοήθεια να μην ακούω και σκέφτομαι… Κι όταν πίνω «φεύγω» κι ηρεμώ κάπως.

 

Τί σημαίνει η χρήση ναρκωτικών ουσιών και αλκοόλ από την 16χρονη; Μήπως μαρτυρά μία ακόμα εφηβική επανάσταση με καταχρήσεις και παραβατική συμπεριφορά;

Είναι προφανές από τα παραπάνω ότι η Νεφέλη κάνει χρήση αλκοόλ ή ναρκωτικών ουσιών με στόχο τη μείωση του ψυχικού πόνου. Αυξάνει την ευχαρίστηση ή αναισθητοποιεί τον πόνο.

Αυτό που καταλαβαίνει ο ψυχοθεραπευτής μέσα από τα λόγια της θεραπευόμενής είναι, ότι αναζητείται εναγωνίως το προσωπικό νόημα για την Νεφέλη ή καλύτερα ο επαναπροσδιορισμός του προσωπικού νοήματος της ζωής της Νεφέλης. Αυτό όμως είναι που αποτελεί τη μοναδική της ελπίδα για να ανατραπεί η αρνητική πορεία και να εκπλήξει τον εαυτό και τους γύρω της.

 

Δεν έχω ποτέ ερωτευτεί πραγματικά. Κολλάω με κάποιον, μετά όμως μου περνάει γρήγορα, ξενερώνω. Άλλωστε όλοι ξέρεις τι θέλουν… όχι αγάπες και τέτοια. Η μάνα μου με λέει εύκολη και βρώμικη, επειδή το «έχω» κάνει από το Γυμνάσιο κι επειδή είχα πολλές σχέσεις. Δεν κοιτάζει τα χάλια της. Με παρομοιάζει με τον πατέρα μου στο θέμα αυτό. Και ο πατέρας μου… τι υποκριτής!… κι αυτός κήρυγμα…

 

Πώς μπορεί ο θεραπευτής να ερμηνεύσει και να επεξεργαστεί την υπερσεξουαλικότητα της κοπέλας, ίσως ως μία ηθική παρεκτροπή κι εφηβική ανωριμότητα;

Η Νεφέλη μοιάζει να δειλιάζει μπροστά στη διαπροσωπική εγγύτητα και επιλέγει μία υπερσεξουαλικότητα για να αποφύγει να σχετισθεί γνήσια. Συνεπώς η ελεύθερη σεξουαλική ζωή της έφηβης δεν αποτελεί ηθικά μεμπτή συμπεριφορά, μαρτυρά αντιθέτως μία ισχυρή ψυχική άμυνα. Η έφηβη κρύβει πίσω από επαναλαμβανόμενες αποτυχημένες σχέσεις τον αυθορμητισμό της, τη ζεστασιά της, την ανάγκη για συντροφικότητα κι εγγύτητα με το άλλο φύλο, την αναζήτηση τελικά της δικής της ταυτότητας. Και ο φαύλος κύκλος της συνεχούς αλλαγής συντρόφων τη βουλιάζει περισσότερο στην προσωπική ανασφάλεια και στην ενδοψυχική της απομόνωση.

Κι αυτό γιατί η εγγύτητα με το άλλο φύλο προϋποθέτει ένα εύλογο συναίσθημα ταυτότητας. Προϋπόθεση για μία αληθινή δυαδική σχέση αποτελεί ο καθένας να γίνει πρώτα ο εαυτός του.

Συνεπώς για την Νεφέλη, οι αλλεπάλληλες συναντήσεις με το άλλο φύλο δεν αποτελούν γνήσια ψυχική ανάγκη και δεν αναδεικνύουν ένα άτομο με έλλειψη συναισθήματος. Με αγωνιώδη τρόπο προσπαθεί ανεπιτυχώς να βρει την ταυτότητα της, μέσω σκόπιμων ερωτικών απογοητεύσεων, προκειμένου να αποφύγει συναισθήματα θλίψης και να μην πλησιάσει συναισθηματικά το άλλο πρόσωπο. Η ενδοψυχική απομόνωση της έφηβης καταντά και διαπροσωπική απομόνωση.

Προχωρώντας ακόμα παραπέρα, ο ψυχοθεραπευτής αντιλαμβάνεται ότι το σημαντικότερο κίνητρο της Νεφέλης για έντονη σεξουαλική ζωή αποτελεί η επιθυμία της να επιβεβαιώσει τους μύθους της πατρικής οικογένειας. Να αποδείξει, πως όλοι οι άντρες μοιάζουν με τον πατέρα της, δηλαδή είναι άπιστοι κι ασταθείς, χρησιμοποιούν τις γυναίκες μόνο για να απολαμβάνουν το σεξ, δεν αξίζουν την εμπιστοσύνη και το σεβασμό… Κι όλες οι γυναίκες προκαλούν πεισματικά τους άντρες τους να τις συμπεριφερθούν υποτιμητικά και να τις προσβάλλουν, ώστε μετά αυτές να μπορούν να τους κατηγορήσουν και να τους καταγγείλουν για την άνανδρη συμπεριφορά τους!

 


2.3. απόπειρα αυτοκτονίας

Πριν δύο καλοκαίρια, η οικογενειακή ένταση στο σπίτι μας είχε κορυφωθεί. Οι τσακωμοί μεταξύ των δικών μου ήταν συνεχείς κι αφόρητοι. Ο πατέρας μου μετακόμισε για ακόμα μία φορά στο σπίτι της γκόμενας, ξέρεις η 100η εξωσυζυγική σχέση. Εγώ μελετούσα υποτίθεται για τις απολυτήριες εξετάσεις, αλλά στην ουσία ντάντευα τη μάνα μου κι έκανα ψυχοθεραπεία από το τηλέφωνο στον πατέρα μου. Είχα πιεστεί απελπιστικά! Με είχαν πρήξει, ήθελα να τελειώσει όλο αυτό! Ήπια ένα ποτήρι χλωρίνη αραιωμένη με νερό κι αμέσως μετά ζήτησα από τη μάνα να με μεταφέρει στο νοσοκομείο. Στη διαδρομή έστειλα κι ένα μήνυμα στον πατέρα, ήταν για μπάνιο με αυτήν… Μετά από μόλις δύο ώρες, βρισκόμουν με ορό στο κρεβάτι του νοσοκομείου, έχοντας κάνει πλύση στομάχου, κι απέναντί μου οι γονείς… αγκαλιασμένοι… με κοιτούσαν όλο απορία, τι άραγε με ώθησε ξανά σε μία τόσο ακραία συμπεριφορά…

 

Μήπως η Νεφέλη πραγματικά παρουσιάζει αυτοκτονικό ιδεασμό και χρήζει φαρμακευτικής αγωγής;

Η διάγνωση της κατάθλιψης για την Νεφέλη επιβεβαιώθηκε κι από τους γιατρούς και συστήθηκε φαρμακευτική αγωγή. Ο πατέρας επέστρεψε το ίδιο βράδυ στο σπίτι προβληματισμένος, οι τσακωμοί με τη γυναίκα του μπήκαν στην άκρη, η εξωσυζυγική σχέση τελείωσε εκείνο το βράδυ. Οι ψυχολογικές δυσκολίες της Νεφέλης απασχόλησαν έντονα το ζευγάρι το επόμενο διάστημα και οι γονείς σχεδίασαν να πάνε έπειτα από χρόνια όλοι μαζί διακοπές, για να βοηθήσουν την ψυχολογία της κόρης τους, που περνάει δύσκολα την εφηβεία της.

Οι συγκρουσιακές σχέσεις χαρίζουν ηδονή κι απόλαυση στους πρωταγωνιστές και χρησιμοποιούν, ως αναλώσιμα, τους τρίτους. Η Νεφέλη εκπαιδεύτηκε από μικρή να εμπλέκεται στη συντροφική σχέση των γονέων της, έγινε σημαντική, ως καταλύτης και διαιτητής των οικογενειακών συγκρούσεων, αναλώθηκε κατ΄ επανάληψη σε ψυχοφθόρες διαμάχες…

Η Νεφέλη θυσιάζεται ψυχολογικά, αλλά και σωματικά, προκειμένου να ξυπνήσει τους γονείς της από την καταστροφική τους πορεία. Κινδυνεύει όμως πραγματικά να καταστραφεί η ίδια, να χάσει την ίδια τη ζωή της, καθώς δε μπορεί να απομακρυνθεί. Ως «υπεργονιός» φροντίζει αυτούς, που θα έπρεπε να τη φροντίζουν. Πληγώνεται, για να μην πληγώσει. Η αυτοκαταστροφή της Νεφέλης στοχεύει στην κινητοποίηση και ευαισθητοποίηση των γονέων της.

 


 3.    Σημεία.

Η παραπάνω κλινική προσέγγιση των δυσκολιών της Νεφέλης γίνεται μέσα από  τη συστημικήυπαρξιακή κατεύθυνση. Για τη συστημική μορφή της ψυχοθεραπείας η  οικογένεια δεν αποτελεί απλώς μία ομάδα ανθρώπων, που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Είναι μια σύνθετη ολότητα με δικής της δομή, κανόνες και στόχους, στην οποία οι αλληλεπιδράσεις των μελών είναι εξίσου – αν όχι περισσότερο – σημαντικές από τα δρώντα μέλη. Συνεπώς αντικείμενο και στόχος της ψυχοθεραπευτικής μας παρέμβασης παύει να είναι πλέον η Νεφέλη και το ενδιαφέρον μετατοπίζεται στο σύστημα των σχέσεων στο οποίο αυτή ανήκει, δηλαδή στην οικογένεια της. Αυτή η προσέγγιση μας οδηγεί στις παρακάτω διαπιστώσεις και προβληματισμούς.

3.1.            Με αυτοκτονικές τάσεις;

Ο υπαρξιακός – συστημικός ψυχοθεραπευτής δεν απομονώνει το σύμπτωμα της απόπειρας αυτοκτονίας ή του αυτοκτονικού ιδεασμού της Νεφέλης από το πλαίσιο που παρήχθη, αλλά ασχολείται με την ολότητα της ύπαρξής της. Δεν περιορίζεται στα στενά όρια μία διάγνωσης σε ατομικό επίπεδο. Αποφασίζει συνειδητά να δώσει το βάρος της προσπάθειας του στην πραγματική γνωριμία με τη Νεφέλη και στην επίτευξη γνήσιας θεραπευτικής σχέσης μαζί της. Μέσα από την οπτική αυτή θέτει την αναπλαισίωση του συμπτώματος της αυτοκαστροφικότητας στα πλαίσια των εμπλοκών των οικογενειακών σχέσεων.

 

3.2.            Μανιοκαταθλιπτική;

Ο υπαρξιακός – συστημικός ψυχοθεραπευτής ξεφεύγει από την ψυχοπαθολογία της Νεφέλης και από τα πολλά σκοτεινά σημεία της σκέψης της. Κατανοεί το θυμό της, που την οδηγεί στην αυτοκαταστροφική συμπεριφορά. Κατανοεί το θυμό της, που στρέφεται προς τον εαυτό της και σκοτώνεται καθημερινά, προκειμένου να μη σκοτώσει. Κατανοεί τη δυναμική του θυμού της, ως αντιδραστική κατάθλιψη σε όσα συμβαίνουν γύρω της. Ο υπαρξιακός – συστημικός ψυχοθεραπευτής καλείται να μην καταγράψει τη Νεφέλη, ως καταθλιπτική ασθενή. Δεν πρέπει να αρκεστεί στην αντιμετώπιση της κατάθλιψης της. Πολύ περισσότερο δεν πρέπει να αρκεστεί σε γενετικούς μηχανισμούς μετάδοσης της κατάθλιψης από τη μητέρα στην κόρη, που αναφέρονται σε κληρονομικότητα της παθολογίας.

 

3.3.            Ανυπέρβλητες οικογενειακές δυσκολίες; Είναι η αυταπάρνηση λύση;

Ο υπαρξιακός – συστημικός ψυχοθεραπευτής γνωρίζει πολύ καλά, ότι δεν είναι τόσο τα αντικειμενικά παιδικά βιώματα της Νεφέλης, που θα καθορίζουν αποφασιστικά και μόνιμα την ενήλικη ζωή της, όσο ο τρόπος που εκείνη τα καταγράφει και τα επεξεργάζεται. Και περισσότερο κρίσιμες για το μέλλον της έφηβης είναι οι αποφάσεις και οι όρκοι, που την παρούσα περίοδο θα πάρει.

Γι αυτό τον λόγο αφενός ο ψυχοθεραπευτής πρέπει να καταδείξει στην θεραπευόμενη, ότι η αυταπάρνηση και το βούλιαγμα στα προβλήματα της θυματοποιημένης μητέρας δεν είναι η ενδεδειγμένη διέξοδος, ούτε για την Νεφέλη, αλλά ούτε και για την ίδια τη μητέρα. Η έφηβος πρέπει να αποδεσμευτεί από συμπλέγματα ενοχών, αυτομαστιγώματος και μεμψιμοιρίας, που άμεσα ή έμμεσα της μεταδίδουν οι γονείς της και την καθιστούν αναλώσιμη σε μία συνθήκη που δεν θα βρίσκει λύση.

Αφετέρου, για τον ίδιο ακριβώς λόγο, οφείλει ο θεραπευτής να εξηγήσει στη Νεφέλη, ότι και η έμμονη αναζήτηση του δικαίου, απέναντι στα οικογενειακά προβλήματα, καθίσταται άσκοπη και μάταιη. Το αίσθημα της αδικίας ακυρώνει καθετί δημιουργικό κι ευχαριστιακό στην καθημερινότητά της.

Ο θεραπευτής καλείται να της φωτίσει τη μοναδική προοπτική σωτηρίας: την προσωπική της ανάπτυξη σε πολλαπλά επίπεδα, που θα την απελευθερώσει. Μονάχα έτσι θα μπορέσει η Νεφέλη να ζήσει ευχαριστιακά μέσα από την προσωπική της ολοκλήρωση. Κι όχι να επιβιώσει σηκώνοντας βάρη οικογενειακά κι αυτοεκπληρούμενες ματαιώσεις.

 

3.4.            Είναι δυνατή η συγχώρηση και για ποιο λόγο;

Ο υπαρξιακός – συστημικός ψυχοθεραπευτής ωθεί την Νεφέλη σε μία διεργασία αυτογνωσίας, που θα την απαλλάξει από τις εμπλοκές του παρελθόντος και θα της απελευθερώσει υγιείς δυνάμεις του χαρακτήρα της. Η Νεφέλη καλείται να υπερβεί τον ίδιο της τον εαυτό, για να αποφύγει την ολοκληρωτική διάβρωση της ύπαρξής της, καλείται δηλαδή στα επόμενα χρόνια της αυτονόμησής της να συγχωρήσει τους γονείς της. Η διεργασία της συγχώρησης είναι επίπονη κι αφορά τους δυνατούς και ικανούς ανθρώπους. Και η Νεφέλη είναι σίγουρα ένας τέτοιος άνθρωπος, με περισσή δύναμη, ευθύνη και ικανότητα. Η συγχώρηση θα χαρίσει στην αυριανή γυναίκα το αίσθημα της προσωπικής ελευθερίας και θα διώξει μακριά το ενδεχόμενο εκείνη να γίνει πολύ χειρότερη από τους γονείς της. Η φράση της παραβολής «ελθών εις εαυτόν» απεικονίζει παραστατικά τη θεραπευτική πρόκληση.

 

3.5.            Είναι δυνατή μία ολοκληρωτική υπέρβαση μέσω του ευχαριστιακού τρόπου ζωής

Με λίγα λόγια, ο υπαρξιακός – συστημικός ψυχοθεραπευτής προσπαθεί να εμπνεύσει στη Νεφέλη τη δυνατότητα για ολοκληρωτική υπέρβαση και να την προσανατολίσει σε ένα ευχαριστιακό τρόπο ζωής. Δεν έχει άγνοια του μεγέθους των προβλημάτων και των οικογενειακών εμπλοκών της. Ούτε στέκεται σε μία επιφανειακή θεώρηση των πραγμάτων. Εμπιστεύεται απόλυτα τη θεραπευτική διαδικασία και βασίζεται απεριόριστα στην ορμή, το πάθος και τη δύναμη της Νεφέλης.  Άλλωστε όλοι είμαστε κάτι παραπάνω από τις σκοτεινές μας πλευρές κι όλοι δικαιούμαστε τη μετοχή στο θαύμα.

 


 

4.    Γενικά

Η παραπάνω προσέγγιση καταδεικνύει πως η συστημική  – υπαρξιακή προσέγγιση δεν αρκείται σε μία απλή διάγνωση του συμπτώματος απομονωμένου από ένα συνολικότερο πλαίσιο, κάτι που θα οδηγούσε και σε συγκεκριμένες λύσεις και διεξόδους. Αντίθετα, η συστημική ψυχοθεραπεία προσπαθεί να δει το σύμπτωμα μέσα στα ευρύτερα πλαίσια μέσα στα οποία αυτό εμφανίζεται. Το σύμπτωμα, στην περίπτωσή μας οι αναπτυξιακές δυσκολίες της Νεφέλης, εξυπηρετούν τη λειτουργικότητά της οικογένειας, προσφέροντας αλλαγή, χωρίς αλλαγή. Έτσι το άτομο που εμφανίζει συμπτώματα ψυχικής ασθένειας γίνεται ο «ταυτοποιημένος ασθενής», μέσω του οποίου το σύστημα αποκτά συνοχή, μειώνει το στρες του και συχνά οργανώνεται γύρω από αυτό. Αναλαμβάνει συνεπώς κάθε φορά ένα άτομο να απορροφήσει και να εκφράσει, μέσα από την ψυχική ασθένεια, την προβληματική και την παθολογία όλης της ομάδας.

Εφαρμόζοντας την προηγούμενη παρατήρηση στο κλινικό παράδειγμα της Νεφέλης, δε αναφερόμαστε στην καταθλιπτική Νεφέλη, αλλά στην καταθλιπτική της οικογένεια, η οποία χρειάζεται ένα καταθλιπτικό μέλος για να συνεχίσει να λειτουργεί ως έχει. Οι δύο γονείς οργανώνουν την παθολογία τους γύρω από τη Νεφέλη και δεν αλλάζουν, αλλά αντιθέτως αναπαράγουν την ίδια συμπεριφορά που οδήγησε στην εμφάνιση του συμπτώματος.

 


 

5.    Εν κατακλείδι…

Από την επεξεργασία του περιστατικού της Νεφέλης, πιστεύω πως έγινε ξεκάθαρα αντιληπτή η υπαρξιακή διάσταση της ψυχοθεραπευτικής διεργασίας. Θεραπευτής και θεραπευόμενος μοιραία αγγίζουν βαθύτερες δομές της ύπαρξης τους. Επιπλέον η αναφορά στα παραπάνω κλινικά περιστατικά ανέδειξε ακόμα μία κλινική πραγματικότητα: η εσωτερική σύγκρουση που μας καταδυναστεύει, ελάχιστα προέρχεται από την πάλη μας με καταπιεσμένες ενστικτώδεις ορμές ή με θραύσματα από λησμονημένες τραυματικές αναμνήσεις σημαντικών ενηλίκων της παιδικής μας ηλικίας, όπως άλλες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις προτείνουν. Η σκέψη, το συναίσθημα και η συμπεριφορά του ανθρώπου τελικώς γεννιούνται από την αναμέτρηση με τα δεδομένα της ύπαρξης.

Η υπαρξιακή ψυχοθεραπευτική προσέγγιση προτείνει μία ευχαριστιακή στάση απέναντι στη ζωή και τις σκοτεινές όψεις της. Ο υπαρξιακός θεραπευτής δηλαδή αντικρύζει στο θεραπευόμενό του τον όλο άνθρωπο και διακρίνει, πέρα από την όποια ψυχοπαθολογία του, δεξιότητες και χαρίσματα. Το νόημα κάθε ψυχοθεραπευτικής απόπειρας, αλλά και της ίδιας της ζωής τελικά, αποδεικνύεται σημαντικό ακριβώς επειδή υπάρχει και το σκοτάδι και το φως στην καθημερινότητά μας και μέσα στον καθένα μας. Όταν όλοι αντικρύζουμε κάτι… βλέπουμε φως και σκιές. Και οι αποχρώσεις από τις σκιές αποτελούν εξίσου μέρος του όλου, όσο και οι ανταύγειες του φωτός. Είναι δηλαδή ολόκληρη η σύνθεση της ζωής που είναι ικανοποιητική.

Σε ένα αντίστοιχο πλαίσιο κινείται όμως και η ορθόδοξη πίστη. Αντικρύζει τον άνθρωπο, ως τέλειο δημιούργημα του Θεού, που με τις ατέλειες και τις πτώσεις του πορεύεται προς τη θέωση. Ας μη λησμονούμε πως η Ορθοδοξία αποτελεί κατ΄ εξοχίν θεραπευτική επιστήμη κι αγωγή. Όλα τα μέσα που χρησιμοποιεί και ο ίδιος ο σκοπός της είναι να θεραπεύσει τον άνθρωπο και να τον οδηγήσει στο Θεό. Η κοινωνία με το Θεό, μέσα από την προσπάθεια της θέωσης, προϋποθέτουν πρώτα τη θεραπεία του ανθρώπου. Από μία Θεανρωποκεντρική αφετηρία, η θρησκευτική πίστη προσπαθεί να βοηθήσει τον κάθε άνθρωπο να απαντήσει στα μεγάλα υπαρξιακά ζητήματα και να του φανερώσει λυτρωτικά τον τελικό σκοπό του Θεού για τον καθένα.

Με λίγα λόγια, όπως αρχικώς εξηγήσαμε, όταν αναφερόμαστε σε έσχατες έννοιες, ψυχοθεραπευτής και ποιμένων ουσιαστικά επεξεργάζονται σε ένα κοινό πεδίο τα ίδια υπαρξιακά ζητήματα από διαφορετική ασφαλώς σκοπιά. Η ψυχοθεραπεία μελετά τον ψυχικό βίο του ανθρώπου, ενώ η ποιμαντική συντρέχει την πνευματική ζωή. Οι δύο αυτοί χώροι προσεγγίζουν τον άνθρωπο, μέσα από τη διπλή προοπτική της ανθρώπινης ύπαρξης του.

Η παθολογία, ο πόνος, το άγγιγμα της απόγνωσης αποτελεί για την υπαρξιακή προσέγγιση μία αφορμή για επαναπροσδιορισμό του νοήματος της ζωής και διεργασία ενδυνάμωσης κι αναπτυξιακής ωρίμανσης. Αντίστοιχα η ορθόδοξη παράδοση αναφέρει πως  «η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται». Και για τους δύο χώρους, η φθορά, ο πόνος, ακόμα και ο θάνατος με τη στενή κι ευρεία έννοια των όρων, μπορούν να μας σώσουν και λυτρώσουν, παρά τη συντριβή που προκαλούν.

Κεντρικής σημασίας παράμετρος για τη θεραπευτική διεργασία αποτελεί και η έννοια της προσωπικής ευθύνης. Ο κάθε θεραπευόμενος αναλαμβάνει να σηκώσει το βάρος της προσωπικής του πορείας, καλείται να μην ετεροπροσδιορίζεται και κυρίως χρειάζεται να πιστέψει βαθιά στη θεραπευτική διεργασία και στη δυνατότητα αλλαγής. Ομοίως ο Ιησούς συχνά ρωτά τους οικείους των ασθενών: «Αν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά σε αυτόν που πιστεύει». Ή συμπληρώνει σε εκείνους που θεραπεύει: «Η πίστη σου σε έσωσε».

Ο υπαρξιακός ψυχοθεραπευτής έχει πολλά να ωφεληθεί από την ορθόδοξη παράδοση και πίστη. Μέσα από τη μεταφυσική σιγουριά κι ελπίδα αποδεικνύεται πιο «γήινος» και λειτουργικός στη θεραπευτική του σχέση με το θεραπευόμενο. Διαθέτει διαφορετική προοπτική ζωής και πιο πλούσια κατανόηση της πραγματικότητας. Συμμερίζεται και συμπάσχει βαθιά, ως άνθρωπος, με τη συντριβή των θεραπευομένων του. Ωστόσο μέσα από την εμπιστοσύνη του στη ψυχοθεραπευτική διαδικασία και στην ορθόδοξη ελπίδα, μεταποιεί τη συντριβή σε αγώνα και προσπάθεια με προοπτική για το μέλλον. Η ενσυναίσθηση στις θεραπευτικές συνεδρίες αποτελεί σημαντικό κομμάτι της διαδικασίας κι όχι εργαλείο τεχνικού χαρακτήρα. Η αισιοδοξία του, ως θεραπευτή, στις θεραπείες δεν απουσιάζει ποτέ. Παράλληλα όμως με την αισιοδοξία, που αποτελεί ψυχολογική έννοια, συνυπάρχει και η βαθιά πίστη, που έρχεται να υπερκαλύψει τα ελλείποντα. Η ψυχοθεραπεία έχει πεπερασμένα όρια και αυτό αποτελεί πολύτιμη γνώση για τον ορθόδοξο ψυχοθεραπευτή.

Ο ευχαριστιακός και δοξολογικός τρόπος ζωής, ως αναφορά στον Δημιουργό και ως διακονία προσφοράς στον κόσμο, αποτελούν τέλος ένα ακόμα σημείο συνάντησης των δύο χώρων, ορθόδοξης πίστης και ψυχολογίας. Υπό αυτό το πρίσμα, ωστόσο, οι ενοχές, οι αυτοκατηγορίες και οι μεμψιμοιρίες, που συχνά συναντάμε στον χώρο της θρησκείας, δεν χωρούν. Καλούμαστε όλοι σε ένα βασικό προσανατολισμό ζωής, που διαπνέεται από την ευχαριστιακή διάσταση για τη ζωή. Αμαρτία τελικώς δεν είναι τα άσχημα, που κάνουμε, αλλά τα όμορφα που δε κάνουμε.

Ωστόσο, να διευκρινίσουμε, πως όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν σε καμία περίπτωση ότι η ψυχοθεραπεία πρέπει να λαμβάνει ποιμαντική διάσταση, ούτε να υπερασπίζεται ορθόδοξες θέσεις ο ψυχοθεραπευτής. Αντίθετα, συνοψίσαμε μέσα από την κλινική εμπειρία, πώς η υπαρξιακή διάσταση της ψυχοθεραπείας αποδεικνύεται μία προσέγγιση την οποία ένας ψυχοθεραπευτής που διαπερνάται από την ορθόδοξη πίστη μπορεί γόνιμα και δημιουργικά να υιοθετήσει. Δεν χρειάζεται να είναι ορθόδοξος ένας ψυχοθεραπευτής για να ασκήσει σωστά την κλινική θεραπεία, αλλά ένας ορθόδοξος ψυχοθεραπευτής μπορεί να κερδίσει πολλά και ως πιστός και ως θεραπευτής και να δώσει περισσότερα στους ασθενείς του.

Τέλος, δεν μπορούμε παρά να εντάξουμε στις παραπάνω διαπιστώσεις και προβληματισμούς και την σημερινή συγκυρία. Ο κοινωνικός αναβρασμός και η πολλαπλή κρίση που διερχόμαστε αυτή την περίοδο δεν μπορούν ν’ αφήσουν ασφαλώς αλώβητο το άτομο, όσον αφορά την υπαρξιακή του διάσταση, όπως άλλωστε ούτε και έναν Ορθόδοξο ψυχοθεραπευτή. Αξίες εξανεμίζονται, ασφάλειες προσωπικές, εθνικές και κοινωνικές κλονίζονται, παλιά ερωτήματα αμφισβητούνται και νέα νοήματα αναζητούνται. Καλούμαστε όλοι να επαναπροσδιορίσουμε και να βιώσουμε εκ νέου έννοιες και πραγματικότητες, όπως η μοναξιά, η αλληλεγγύη, η κοινωνική και ατομική ευημερία. Μία τέτοια συνθήκη, άρα, φέρνει τους ανθρώπους αντιμέτωπους με ζητήματα υπαρξιακά και δομικά, που στο παρελθόν έμεναν κρυμμένα κάτω από αλλοτινές βεβαιότητες. Αυτό γίνεται ολοένα και περισσότερο εμφανές στους θεραπευτές μέσα από τα περιστατικά που αντιμετωπίζουν και απέναντι σε μία τέτοια συνθήκη οφείλει ο κάθε ψυχοθεραπευτής, πόσο μάλλον ο ορθόδοξος, να λάβει θέση και να προσπαθήσει να συνδιαμορφώσει αυτή την ρευστή κοινωνική συνθήκη προς μία τελείωση του ανθρώπου και του συνόλου.